Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Νοεμβρίου 2013

Άδειο περιεχόμενο...

Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα –η ομορφιά- ειδικά στο ανθρώπινο πρόσωπο. 
Αυτό που αποκαλούμε φυσιογνωμία, είναι όλα μια μαθηματική και φαντασιακή ευθυγράμμιση των χαρακτηριστικών του προσώπου. Μπορεί η μύτη να είναι λίγο μεγαλύτερη ή τα αυτιά να είναι λίγο μικρότερα ή μεγαλύτερα του κανονικού, τα μαλλιά να είναι πολύ μακριά ή να είσαι καραφλός… Είναι όλα μια μορφή οφθαλμαπάτης και γενικοτήτων. 
Οι άνθρωποι θεωρούν συγκεκριμένα πρόσωπα ως πρότυπα ομορφιάς, όμως στην πραγματικότητα μπορεί και να μην είναι. Είναι μια μαθηματική εξίσωση του μηδενός. Η «αληθινή ομορφιά» πηγάζει από τον χαρακτήρα κι όχι από το σχήμα των φρυδιών ή το χρώμα των ματιών. Τόσες πολλές γυναίκες που θεωρούνται όμορφες…, όταν όμως τις πλησιάζεις είναι σαν να κοιτάς μέσα σ’ ένα άδειο πιάτο σούπας.

Charles Bukowski

12 Νοεμβρίου 2013

Δεν πονάω άλλο πια...









Όταν έρχονται διάφορα στη ζωή σου, στην αρχή τα βλέπεις σαν βουνό, αναρωτιέσαι μέσα σου γιατί να συμβαίνει αυτό ή εκείνο! Κλαις με λυγμούς, ξεσπάς, και προσπαθείς εσύ και ο εαυτός σου να κάνεις ότι μπορείς για να τα αντιμετωπίσεις! Οτιδήποτε είναι αυτό που έχει έρθει μπροστά σου, οποιοδήποτε πρόβλημα! Γνωρίζεις πολύ καλά ότι κανένας δεν μπορεί να σε καταλάβει απόλυτα, να σε νιώσει! Το γνωρίζεις και δεν σε πολύ πειράζει, γιατί ξέρεις ότι δεν γίνεται αλλιώς! Στην συνέχεια, αφού αντιμετωπίσεις σιγά-σιγά ένα-ένα τα προβλήματα με τον δικό σου τρόπο, εν μέρει αισθάνεσαι λίγο πιο δυνατή/ος! Αν ξαναέρθουν πάλι προβλήματα ίδιου είδους, αλλά σε μεγαλύτερο μέγεθος/βαθμό απ’ ότι πριν, πάλι η ίδια διαδικασία, ίσως όχι τόσο κλάμα με λυγμούς, αλλά λίγο λιγότερο!
Και αν έρθουν ξανά και ξανά και ξανά τέτοιου παρόμοιου ή και ίδιου είδους προβλήματα, τότε πραγματικά δεν νιώθεις τίποτα! Γιατί όταν έχεις γεμίσει πληγές αισθάνεσαι μία ανοσία σε καινούργιες γρατσουνιές! Δεν αισθάνεσαι! 
Όσο μεγαλύτερη λοιπόν είναι η συχνότητα των προβλημάτων (γνώριμων προς εσένα), τόσο περισσότερο παύεις να τα βλέπεις σαν βουνό και φυσικά από ένα σημείο και έπειτα απλά δεν νιώθεις!

Το πότε θα κλείσει μία πληγή εξαρτάται από το μέγεθός της και από το βάθος της! Όσο πιο βαθιά, τόσο πιο αργή η ανάρρωση! Όσο πιο μικρή και επιφανειακή, τόσο πιο ανώδυνα και γρήγορα θα περάσει! 

Lia@



10 Νοεμβρίου 2013

5 Νοεμβρίου 2013

When I feel...

Όταν νιώθω μοναξιά, νομίζω πως είμαι μόνος στον κόσμο και… πως κανείς δε με αγαπάει.
      Όταν νιώθω μοναξιά, μου φαίνεται πως όλοι περνούν καλά εντός από         μένα.
Κάποια στιγμή όλοι αισθανόμαστε μόνοι ή διαφορετικοί. Νιώθουμε πως δεν ανήκουμε σε καμία παρέα.
      Όταν νιώθω μοναξιά, σκέφτομαι ότι υπάρχουν
 εκατομμύρια
άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που νιώθουν το ίδιο…
      Όταν νιώθω μοναξιά, δε φοβάμαι.
Γιατί, όταν είμαι μόνος μου, ακούω τον εαυτό μου και κουβεντιάζω μαζί του.


Τρέις Μορόνι, «Τα συναισθήματα»



18 Οκτωβρίου 2013

Το πέρασμα...



Μιάμιση ή δύο ώρες αργότερα μπήκαν στο δωμάτιό μου πάλι γιατροί. Αυτή τη φορά ήταν τρείς: οι δύο δικοί μας και ένας ξένος. Πολλή ώρα με εξέταζαν και με στηθοσκοπούσαν. Έφεραν και μία φιάλη οξυγόνου.

-Τι το χρειάζομαι τώρα; τους ρώτησα.
-Αυτό μας χρειάζεται για να αερίσουμε λίγο τους πνεύμονές σας. Μου φαίνεται πως αυτοί ψήθηκαν στον πυρετό, είπε ξανά ο γιατρός.
-Πέστε μου, γιατρέ, τι διαπιστώσατε στην πλάτη μου και συνέχεια ασχολείστε μ΄ αυτή; Τρείς φορές την εξετάσατε και όλη μου την καλύψατε με έμπλαστρο.
Αισθανόμουν πολύ πιο καλά από τις προηγούμενες ημέρες. Από τη σκέψη μου δεν περνούσε τίποτε θλιβερό. Τίποτα από αυτά που συνέβαιναν γύρω μου δεν με οδήγησαν στο να συνειδητοποιήσω την πραγματική μου κατάσταση. Ακόμα και την παρουσία ενός ξένου γιατρού την θεώρησα σαν έλεγχο ή κάτι παρόμοιο. Δεν είχα καν σκεφτεί ότι τον κάλεσαν ειδικά για μένα επειδή η κατάσταση της υγείας μου απαιτούσε σύγκληση ιατρικού συμβουλίου. Την τελευταία αυτή ερώτηση μου την έκανα με τόσο αβίαστο και εύθυμο τόνο ώστε κανένας από τους γιατρούς μου δεν τόλμησε ούτε με νύξεις να μου δώσει να καταλάβω την καταστροφή που πλησίαζε. Και αλήθεια πώς να εξηγήσεις σε έναν άνθρωπο που ελπίζει ότι του έμειναν μόνο λίγες ώρες ζωής!
-Μα τώρα  ακριβώς υπάρχει απόλυτη ανάγκη να σας φροντίσουμε, μου απάντησε ο γιατρός.
Αλλά και αυτή την απάντηση του την ερμήνευσα θετικά. Σκέφτηκα δηλαδή ότι τώρα αφού πέρασα την κορύφωση της ασθενείας και η δύναμη της αρρώστιας άρχισε σιγά-σιγά να κλονίζεται είναι η κατάλληλη στιγμή που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να διώξουμε οριστικά την ασθένεια και να βοηθήσουμε τον οργανισμό στην αποκατάσταση της υγείας του.

Θυμάμαι πως γύρω στις τέσσερις με έπιασε ρίγος και εγώ για να ζεσταθώ τυλίχτηκα με μία κουβέρτα. Ξαφνικά αισθάνθηκα πολύ άσχημα.  

Φώναξα τον νοσοκόμο. Με πλησίασε, σήκωσε το κεφάλι μου από το μαξιλάρι και μου έδωσε την φιάλη με το οξυγόνο. Κάπου χτύπησε το κουδούνι και σε λίγα λεπτά στο δωμάτιό μου μπήκε τρέχοντας ο προϊστάμενος των νοσοκόμων και λίγο αργότερα ο ένας μετά τον άλλο οι δύο γιατροί μας.
Ίσως κάποια άλλη στιγμή όλη η ασυνήθιστη αυτή συγκέντρωση όλου σχεδόν του προσωπικού του νοσοκομείου γύρω από το κρεβάτι μου, αναμφίβολα θα μου προκαλούσε έκπληξη και ίσως θα με έφερνε σε αμηχανία. Τώρα όμως έμεινα τελείως αδιάφορος γι αυτό το γεγονός σαν να μην με αφορούσε αυτό.
Μία παράξενη αλλαγή έγινε ξαφνικά μέσα μου! Ενώ πριν από ένα λεπτό ήμουν γεμάτος ζωή, τώρα αν και τα έβλεπα όλα και είχα πλήρη συνείδηση αυτών που συνέβαιναν γύρω μου, όμως είχα μία τέτοια αδιαφορία και μία τέτοια αποξένωση που δεν μπορεί να περιγραφεί. Αδιανόητη για ένα ζωντανό πλάσμα.
Όλη η προσοχή μου συγκεντρώθηκε σε εμένα τον ίδιο. Και εδώ όμως παρατηρούσα μία παράξενη ιδιομορφία, μία κατά κάποιο τρόπο διχοτόμηση. Είχα πλήρη συνείδηση του εαυτού μου και καθαρές τις αισθήσεις μου και όμως ταυτόχρονα έβλεπα τον εαυτό μου με τόση αδιαφορία σαν να είχα χάσει τελείως τις φυσικές αισθήσεις.
Είδα, για παράδειγμα, τον γιατρό που σήκωσε το χέρι μου για να μετρήσει το σφυγμό. Έβλεπα και κατανοούσα αυτά που έκανε αλλά δεν αισθανόμουν το άγγιγμά του. Έβλεπα τους γιατρούς οι οποίοι με σήκωσαν στο κρεβάτι και κάτι έκαναν στην πλάτη μου. Εκεί στην πλάτη μου παρουσιάστηκε το οίδημα. Τους έβλεπα και κατανοούσα αυτά που έκαναν, όμως δεν αισθανόμουν τίποτε, και όχι γιατί είχα χάσει τις αισθήσεις μου, αλλά γιατί αυτό που έκαναν δεν με αφορούσε. Εγώ κλείστηκα κάπου στο βάθος του εαυτού μου. Σαν να αποκαλύφθηκαν ξαφνικά μέσα μου δύο υπάρξεις: η μία, η πιο σημαντική, η οποία ήταν κρυμμένη στο βάθος του εαυτού μου και η άλλη, η εξωτερική πλευρά της υπάρξεώς μου που ήταν ασφαλώς μικρότερης σημασίας και αδιαφορούσα πλέον τελείως για αυτήν. Και ο συνδετικός κρίκος που τις ένωνε μεταξύ τους, κάηκε ή έλιωσε, και αυτές διασπάσθηκαν. Την μία ύπαρξη, την αισθανόμουν έντονα, για την άλλη την ασθενέστερη, αδιαφορούσα τελείως. Το ασθενέστερο αυτό στοιχείο ήταν το σώμα μου.
Μπορώ να φανταστώ πως λίγες μέρες νωρίτερα θα με ξάφνιαζε η αποκάλυψη του εσωτερικού μου εαυτού, άγνωστου μέχρι τότε, που όμως κατά πολύ υπερείχε του άλλου μισού, το οποίο σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου αποτελούσε τον όλο άνθρωπο και το οποίο τώρα δεν πρόσεχα σχεδόν καθόλου.
Πολύ παράξενη ήταν αυτή η κατάσταση.
Ο γιατρός με ρώτησε κάτι. Τον άκουσα και κατάλαβα αυτό που με ρώτησε αλλά δεν απάντησα. Δεν απάντησα επειδή για μένα δεν υπήρχε λόγος να μιλήσω μαζί του. Αυτός φρόντιζε και ανησυχούσε για μένα, για εκείνο όμως το μισό του εαυτού μου, το οποίο δεν είχε πια για μένα καμία σημασία.
Όμως ξαφνικά, αυτό το άλλο μου μισό με έκανε να το προσέξω! Και αυτό έγινε πολύ απότομα και με έναν τρόπο ασυνήθιστο.
Ξαφνικά αισθάνθηκα ότι κάποια δύναμη με τραβάει δυνατά προς τα κάτω. Τα πρώτα λεπτά αισθανόμουν σαν να ήταν κρεμασμένα σε όλα τα μέλη του σώματός μου μεγάλα βάρη, αργότερα η δύναμη αυτή αυξήθηκε τόσο πολύ που η λέξη βάρος δεν μπορεί να εκφράσει εκείνη την πίεση που αισθανόμουν. Σ’ αυτή την περίπτωση λειτουργούσε  ένας άλλος νόμος της έλξεως, με δύναμη χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη.
Μου φαίνονταν πως το κάθε μέλος του σώματός μου, κάθε τρίχα, κάθε φλέβα, κάθε κύτταρο έλκονται από κάποια τέτοια δύναμη που δεν μπορείς να τις αντισταθείς, όπως ένας πολύ δυνατός μαγνήτης έλκει τα κομμάτια σιδήρου.
Όμως αυτή η αίσθηση όσο δυνατή κι αν ήταν δεν με εμπόδιζε να σκέφτομαι και να τα καταλαβαίνω όλα. Συνειδητοποιούσα το παράδοξο αυτής της πραγματικότητας, ότι δηλαδή βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ότι το δωμάτιο μου βρίσκεται στο δεύτερο όροφο και ότι κάτω από αυτό υπάρχει ένα άλλο δωμάτιο. Ταυτόχρονα όμως ήμουν σίγουρος ότι αν υπήρχαν κάτω όχι ένα, αλλά δέκα δωμάτια, το ένα πάνω στο άλλο, θα άνοιγαν αυτά για να περάσω… Προς που;
Κάτω στο βάθος της γης. Ναι, στο βάθος της γης. Γι’ αυτό ήθελα να ξαπλώσω στο πάτωμα και προσπάθησα να το κάνω.

-Ψυχορραγεί, άκουσα να λέει ο γιατρός.

(Συνεχίζεται...)

Αντώνιος Ντανίλιν

17 Οκτωβρίου 2013

Μην ποτίζεις τα αγκάθια...


Ο  γέροντας,  πατήρ  Πορφύριος,  παρουσίαζε  με  απλό  παραστατικό  και  κατανοητό  τρόπο,  τα  μυστικά  του  πνευματικού  αγώνα. Έλεγε: “Τι  είναι  χριστιανικός  αγώνας;  Να, η  ψυχή  είναι  ένας  κήπος  χωρισμένος  σε  δύο  μέρη. Στον  μισό  φυτρώνουν  αγκάθια,  στον  άλλο  μισό  λουλούδια. Και  έχομε  μια  δεξαμενή  νερού ( τις  δυνάμεις της  ψυχής ) με  δυο  βρύσες  και  δυο  αυλάκια. Η  μία  κατευθύνει  το  νερό  στα  αγκάθια  και  η  άλλη  στα  λουλούδια. Κάθε  φορά  μόνο  μια  βρύση  μπορώ να  ανοίξω. Αφήνω  απότιστα  τα  αγκάθια  και  μαραίνονται,  ποτίζω  τα  λουλούδια  και  ανθίζουν .  Ο Γέροντας  δεν  μιλούσε  για  μονομερή  δαιμονισμό  ή  αγγελισμό  της  ψυχής. Την  έβλεπε, όπως  πράγματι  είναι, επηρεασμένη  και  από  δαίμονες  και  από  αγγέλους. Δεν  ήθελε  να  βλέπει  το  Χριστιανό  να  αγωνίζεται  αρνητικά, ασχολούμενο  με  το  ξερίζωμα  των  αγκαθιών.Ήθελε  να  τον  βλέπει  να  αγωνίζεται  θετικά,  ασχολούμενο  με  το  πότισμα  των  λουλουδιών (αγγελικών αρετών). 

15 Οκτωβρίου 2013

Αικατερίνα Δέρβα

Έλεγε η γερόντισσα Κατερίνα:
«Καταρράκτης Χάριτος και ευλογίας πέφτει κάθε πρωί από τον ουρανό. Ρίχνει ο Θεός, αλλά οι άνθρωποι κοιμώμαστε. Δεν ενδιαφέρεται κανείς να γυρίση να κοιτάξη τι αγάπη έχει ο Θεός για μας, και ετσι οι Άγγελοι παίρνουν πίσω την Χάρι».

Έλεγε σε γνωστό της νέο κληρικό: «Έχεις ένα καλό. Σε παίρνουν τηλέφωνο το πρωί, και είσαι όλος διάθεση. Σε παίρνουν το μεσημέρι, δεν λες ποτέ “τρώω”. Σε παίρνουν το βράδυ, δεν λες ποτέ “κοιμάμαι”. Αυτό να το κράτησης σε όλη σου την ζωή για όλους τους ανθρώπους. Ποτέ να μην είσαι απασχολημένος για τον εαυτό σου. Να είσαι πάντα στην διάθεση των άλλων. Είναι μεγάλο καλό αυτό, εύχομαι να σε βοηθήση ο Θεός να το κρατήσης σ’ όλη σου την ζωή».

«Μη χαίρεσαι, όταν κερδίζης οποιοδήποτε κέρδος, ακόμη και πνευματικό να είναι και ανεβαίνεις. Υπάρχει φόβος να πέσης».

«Μη στενοχωριέσαι, όταν χάνης. Αυτό σε κατεβάζει. Πατάς χαμηλά στην γή και δεν υπάρχει φόβος να πέσης».

«Στα φτωχά και στα χαμηλά κλέφτες δεν πάνε. Στα μεγάλα και στα πλούσια οι κλέφτες στρέφουν το βλέμμα τους πάντοτε».

«Καλύτερη είναι η σιωπή παρά να λέμε άχρηστα πράγματα».

«Μη βασίζεσαι στην βιτρίνα που βλέπεις στον κάθε άνθρωπο εξωτερικά. Την αποθήκη (καρδιά) δεν βλέπεις τι έχει μέσα».

«Πες μία καλημέρα στον εχθρό σου με αγάπη και να ξέρεις ότι εκείνη την ώρα κάνεις ένα μεγάλο δώρο στον Θεό».

 «Ο εγωιστής είναι αλάδωτη μηχανή που κάνει θόρυβο, τρώει τα σωθικά της και κουράζει και τους άλλους». 

Εκοιμήθη στις 18-11-1978


6 Οκτωβρίου 2013

Αγάπη και Βοήθεια

ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΕΝΑ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ

της Στέλλας Μεϊμάρη

 
Υπάρχουν κάποια παιδάκια που αντί να παίζουν ξέγνοιαστα, αναγκάζονται να γνωρίσουν από πολύ μικρά το σκληρό πρόσωπο της ζωής, μπανοβγαίνοντας σε ψυχρά δωμάτια νοσοκομείων και χειρουργείων.



Ένα από αυτά τα παιδάκια είναι και η Παρασκευή-Ευφραιμία Θεοδώρου. Η πεντάχρονη μικρούλα δεν μπορεί ούτε να δει, ούτε να μιλήσει, ούτε να περπατήσει.

Ο λόγος; Ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποστεί αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

To κοριτσάκι, σε ηλικία μόλις έξι μηνών, υποβλήθηκε στην πρώτη του εγχείρηση στο Γενικό Νοσοκομείο «Γεννηματάς», παρότι, όπως λέει χαρακτηριστικά στο «Αγιορείτικο Βήμα» ο πατέρας του, κ. Απόστολος Θεοδώρου, οι γιατροί είχαν δηλώσει εξαρχής ότι «πρέπει να σταματήσει να κάνει πειράματα στην Ελλάδα, καθώς δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα».

Και όντως, η εγχείρηση δεν έφερε κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Αντίθετα, η μικρούλα υπέστη καθολική αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και έπρεπε να μεταβεί επειγόντως στο εξωτερικό.

Η μόνη λύση, λοιπόν, ήταν να μεταφερθεί η Παρασκευούλα στην Αμερική, στο εξειδικευμένο Children’s Hospital of Los Angeles - Doheny Retina Institute, το οποίο διευθύνει ο Thomas Lee, MD, ειδικός στις σύνθετες διαταραχές του αμφιβληστροειδούς παιδιών.

Και παρότι τα έξοδα για την οικογένεια ήταν υπέρογκα, την άνοιξη του 2009 η Παρασκευή κατάφερε να ταξιδέψει μέχρι το συγκεκριμένο νοσοκομείο του Λος Άντζελες και να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και στα δυο της μάτια.

«Η χαρά μας ήταν ανέλπιστη. Η μικρή τους πρώτους μήνες έδειχνε σημάδια βελτίωσης, έβλεπε, αντιλαμβανόταν το φως, τον ήλιο. Ξαφνικά όμως υπέστη ξανά αποκόλληση», μας λέει ο κ. Θεοδώρου.

Κανείς γονιός, όμως, δεν θα εγκατέλειπε τόσο εύκολα την ελπίδα να ζήσει το παιδί του μια κανονική ζωή. Να δει, να μιλήσει, να περπατήσει, να μπορέσει να παίξει με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Έτσι, λοιπόν, η οικογένεια Θεοδώρου παλεύει να βρει και πάλι τα χρήματα από την αρχή για να μπορέσει να ταξιδέψει ξανά το μικρό αγγελούδι στην Αμερική.

Τα έξοδα, βέβαια, για την οικογένεια της μικρής Παρασκευούλας δεν σταματάνε εδώ. Το παιδί πάσχει από οστεοπόρωση σοβαρού βαθμού, που μπορεί να του προκαλέσει κατάγματα.

Ευτυχώς, το κόστος αυτών των φαρμάκων τα καλύπτει η Πρόνοια. Ωστόσο, για την εγχείρηση εκτός Ελλάδας το υπουργείο Υγείας καλύπτει μόλις το 1/3 των εξόδων.

«Το ποσό είναι μεγάλο. Την προηγούμενη φορά για 33 μέρες που μείναμε στην Αμερική, πληρώσαμε 105.000 ευρώ. Και τώρα κανείς δεν ξέρει πάλι πόσο θα χρειαστεί να παραμείνουμε εκεί. Θέλουμε να θεραπευτεί οριστικά η Παρασκευούλα μας αυτή τη φορά και να βρούμε λύση και για την οστεοπόρωση. Μόλις βρεθούν τα χρήματα θα φύγουμε αμέσως για την Αμερική», τονίζει, γεμάτος αγωνία, ο πατέρας.

Για τους ελάχιστους δύσπιστους, σας παραθέτουμε παρακάτω όλα τα ιατρικά έγγραφα που διαβεβαιώνουν για την πάθηση του παιδιού και την ανάγκη μεταφοράς του στο εξωτερικό για να εγχειριστεί.

Ας βοηθήσουμε όλοι μαζί την μικρή Παρασκευούλα στη μεγάλη αυτή μάχη που δίνει από τη στιγμή που γεννήθηκε. Και ας μη σταθούν εμπόδιο τα χρήματα μπροστά στη ζωή και την υγεία μιας αθώας ψυχούλας.

Με τις ευχές και την αγάπη μας να πάει το συντομότερο Αμερική και να γυρίσει πίσω γερή και δυνατή.

Όποιος θέλει να λάβει μέρος στον αγώνα σωτηρίας της τετράχρονης Παρασκευής, μπορεί να επικοινωνήσει με τον Απόστολο Θεοδώρου στο 6979724915 και 6942216572

Όποιος μπορεί να συνεισφέρει, ο λογαριασμός της οικογένειας είναι:

Απόστολος Θεοδώρου
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΑΡ. ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ: 733/625364-40
ΙΒΑΝ: GR4301107330000073362536440

επίσης

Απόστολος Θεοδώρου
ALPHA TΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ
ΑΡ. ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ: 133-002101-280728
ΙΒΑΝ: GR13 0140 1330 1330 0210 1280 728






Πηγή: http://www.panoramapress.gr/
Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/

Read more: http://www.osiaefxi.com/2013/10/blog-post_6.html#ixzz2gv0igs5r

30 Σεπτεμβρίου 2013

Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου;

Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία του αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος, για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.

-Μπαμπά, μπορώ να ρωτήσω κάτι; 
-Ναι, βεβαίως, τι είναι;

-Μπαμπά, πόσα παίρνεις σε μια ώρα;
-Αυτό δεν είναι δίκη σου δουλειά, απάντησε θυμωμένος ο πατέρας.
-Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ, πες μου πόσα παίρνεις σε μια ώρα;
-Εάν πρέπει να ξέρεις, παίρνω 40 ευρώ την ώρα.
-Ωχ! Μπαμπά, σε παρακαλώ, μπορείς να μου δανείσεις 20 ευρώ;
-Εάν ο μόνος λόγος που ρώτησες είναι να δανεισθείς κάποια χρήματα, για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ΄ευθείαν στο δωμάτιο σου και στο κρεβάτι σου. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες.
Το μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιο του και έκλεισε την πόρτα. Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε όλο και περισσότερο. «Πώς τόλμησε να υποβάλει τέτοια ερώτηση, για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;».
Μετά από μια περίπου ώρα ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και σκέφθηκε: «Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά ν΄αγοράσει ο μικρός με τα 20 ευρώ. Και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά». Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και την άνοιξε.
-Κοιμάσαι, γιε μου; Ρώτησε.
-Δεν κοιμάμαι, απάντησε το αγόρι.
-Σκεφτόμουν ότι ίσως ήμουν πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα. Ήταν μια μεγάλη μέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα 20 ευρώ που μου ζήτησες». Το παιδί έτρεξε κατ΄ευθείαν επάνω του χαμογελώντας.
-Σ΄ ευχαριστώ, μπαμπά, φώναξε. Κατόπιν πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα. Ο πατέρας, μόλις βλέπει ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει, ενώ εκείνο αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματα του και κοιτάζει τον μπαμπά του, που το ρωτά:
-Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα, εφόσον έχεις ήδη μερικά;
-Μπαμπά, έχω 40 ευρώ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου; Σε παρακαλώ, έλα αύριο νωρίς στο σπίτι. Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.
Ο πατέρας ένοιωσε συντετριμμένος. Αγκάλιασε το μικρό γιο του και τον ικέτευσε να τον συγχωρήσει.

Πηγή: synaksi.blogspot.gr  



13 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αλέξης και το ξύλινο άλογο...



Η εικόνα προέρχεται από το ομώνυμο βιβλίο


-Ψιτ! παλιόφιλε, εμένα με ξέχασες. Το ξύλινο αλογάκι τον φώναξε μέσα απ’ το σαλόνι.
Τρεχάλα ο Αλέξης ανέβηκε τα σκαλιά, έσφιξε με λαχτάρα το αλογάκι στην αγκαλιά του.
-Ξέρεις…, του είπε, δεν χάλασα εγώ την κόρνα.
-Το ξέρω, είπε το άλογο.
-Πως το ξέρεις; απόρησε ο Αλέξης.
-Το ξέρω, γιατί έγινε ολόκληρη φασαρία σήμερα εδώ.
-Μα εγώ εδώ ήμουν και δεν άκουσα τίποτα! απόρησε ο Αλέξης.
Χαμογέλασε το ξύλινο άλογο.
-Ξέρεις, είπε πειραχτικά, πόσα λίγα πράγματα καταλαβαίνουν οι άνθρωποι!
-Είναι κουσούρι να είσαι άνθρωπος; Αναστέναξε ο Αλέξης μπρός σ’ αυτή τη δυστυχία.
-Ευτυχώς τουλάχιστον είσαι παιδί. Τον παρηγόρησε το άλογο.
-Μα θα μεγαλώσω κάποια μέρα. Συννέφιασε το πρόσωπο του Αλέξη.
Κάποια σκέψη του ήρθε και αναγάλλιασε. Θα πιω ούζο! Άκουσα πως δίνουν ούζο στα σκυλάκια οι άνθρωποι και δεν μεγαλώνουν. Θα πιώ και εγώ λοιπόν ούζο.
Γέλασε στο ξύλινο αλογάκι.
-Θα γίνεις μπεκρούλιακας με το ούζο, είπε.
-Τότε είμαι χαμένος, αφού θα ‘χω το κουσούρι να είμαι άνθρωπος. Απελπίστηκε πια ο Αλέξης.
-Ξέρεις, είπε το αλογάκι, δεν ξέρω πολλά πράγματα, αλλά νομίζω πως μπορείς κι όταν θα γίνεις μεγάλος άνθρωπος να είσαι στην ψυχή παιδί.
-Πως γίνεται αυτό το σπουδαίο; Ρώτησε ο Αλέξης, γιατί ήθελε να γίνει κι ένας ψηλός άνδρας, μεγάλος, σαν τον πατέρα του.
-Δεν ξέρω κι εγώ, το άλογο σκέφτηκε, μα δεν ξέρω, ξανάπε. Ίσως μείνεις παιδί, αν δεν είσαι κακός.
-Ξέρω και κακά παιδιά, πετάχτηκε ο Αλέξης.
-Κι εγώ ξέρω. Συμφώνησε το άλογο. […]
…Το άλογο σταμάτησε να πάρει μία ανάσα.
-Έτσι έγινε και σήμερα ο θείος σου δεν έχει κόρνα˙ την έχει τώρα το ελαφάκι και καμαρώνει!
-Αυτό που λες είναι παραμύθι. Θύμωσε ο Αλέξης. Κανένα ελαφάκι δεν έχασε ποτέ κέρατο, κανένα ελαφάκι δεν ήρθε εδώ σήμερα, κι αν θες να μάθεις, την κόρνα την χάλασα εγώ το πρωί.
-Α! Ωραία, είπε το αλογάκι χωρίς να δείξει έκπληξη. Εγώ λέω παραμύθια, μα εσύ λες ψέματα.
-Ψέματα είναι και τα παραμύθια, κι έτσι είμαστε πάτσι! Ο Αλέξης σα να ζήταγε και τα ρέστα.
-Ξέρεις, είπε το αλογάκι και ξερόβηξε. Συμφωνήσαμε, σαν έρθει ο πατέρας σου, να τον ρωτήσουμε, τι θα πει να είσαι παιδί. Γιατί δεν το ξέρω. Θα έπρεπε ακόμη, όταν με το καλό ‘ρθει, να τον ρωτήσουμε τι θα πει να είσαι άντρας. Γιατί ούτε αυτό το ξέρω. Μα κείνο που ξέρω είναι πως ποτέ ένας άντρας δεν πρέπει να λέει ψέματα. Γιατί τότε τι άντρας είναι;
Ο Αλέξης ήθελε πολύ να γίνει άντρας. Να γίνει σαν το πατέρα του. Μα σωστά είπε το αλογάκι, άντρας ψεύτης, δεν είναι άντρας.
Ο Αλέξης προχώρησε προς το παράθυρο κι ήταν η πρώτη φορά που βούρκωσαν τα μάτια του.
-Αλογάκι, μην το πεις πουθενά, μα δεν είμαι ευτυχισμένος. Και τόση ώρα που μού ‘λεγες για το ελαφάκι, ένοιωθα ντροπή! Είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν.
-Δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος, όταν λες ψέματα, γιατί κλαίει το καλό σου αγγελάκι.
-Κι αυτό που μου λες είναι ψέματα, μούτρωσε ο Αλέξης.
-Με συγχωρείς, αλλά δεν μοιάζουμε. Το αλογάκι όλο αξιοπρέπεια στήλωσε την ουρά του, την ζύγισε στον αέρα κι έφυγε.
Έμεινε μόνος ο Αλέξης και πικραμένος, Ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν ένας ψεύτης.
Η φωτογραφία του πατέρα του, όπως τον κοίταζε, δεν χαμογελούσε.
-Είπες τίποτα πατέρα; ρώτησε ο Αλέξης την φωτογραφία.
Ο πατέρας δεν απάντησε.
Αναστέναξε ο Αλέξης και με μικρά βήματα προχώρησε να συναντήσει το θείο του. Πως θ’ άρχιζε;
«Ξέρεις θείε, το ελάφι δεν πήρε την κόρνα! Ξέρεις θειε, δεν κατάλαβα πως έσπασε η κόρνα! Ξέρεις, ήταν έτοιμη να χαλάσει η κόρνα».
Έγινε τώρα πιο γρήγορο το βήμα του Αλέξη. Ήτανε λίγο χλωμός, όταν αντάμωσε το θείο.
-Θείε εγώ χάλασα την κόρνα! Σου είπα και ψέματα… έτσι άρχισε.
Και το ξύλινο αλογάκι χοροπηδούσε από χαρά στην πράσινη χλόη.

Περίεργο, αλλά ο Αλέξης ήταν ευτυχισμένος.      



Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Αλέξης με το ξύλινο άλογο" 

12 Σεπτεμβρίου 2013

Love like stars...

-«Χαλάει ποτέ η αγάπη;» ρώτησε… 
«Λυγίζει άραγε ποτέ και σπάει; Κι αν ναι, μπορείς να την κολλήσεις, να τη φτιάξεις και να τη χτίσεις;»
-«Α, δε ξέρω! Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σ’ αγαπώ για πάντα».
-«Κι όταν πεθάνουμε και χαθούμε θα μ’ αγαπάς ακόμη;»
-«Η αγάπη είναι σαν τ’ αστέρια! ποτέ δεν πεθαίνει και πάντα φωτίζει!»



Debi Gliori, «Θα σ’ αγαπώ ό,τι κι αν γίνει»

10 Σεπτεμβρίου 2013

Σκέψεις περί αγάπης...

Μιας και πλημμύρισε αγάπη το internet, δράττομαι της ευκαιρίας να αναρτήσω ένα κείμενο που είχα γράψει το 2011! Κάποιες σκέψεις μου σχετικά με την αγάπη!

Πραγματική Αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλο χωρίς να ζητήσεις από εκείνον να σε αγαπήσει. Σου αρκεί η αγάπη που έχεις εσύ προς το άλλο πρόσωπο! Πραγματική Αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλο έτσι όπως ακριβώς είναι χωρίς να θέλεις να τον αλλάξεις καθόλου. Ποιος όμως θα μπορούσε να νιώσει αυτή την αγάπη, να μην έχει καθόλου εγωϊστική τάση και να “απαιτεί” ο άλλος να τον αγάπα; Όλοι μας θέλουμε οι άλλοι να μας συμπαθούν και να είναι δίπλα μας, και αν ακόμη δώσουμε πράγματα από την καρδιά μας στον άλλον άνθρωπο και δεν λάβουμε αυτό που πιστεύουμε ότι μας αναλογούσε, ή χειρότερα, δεν λάβουμε τίποτε, τότε στενοχωριόμαστε πάρα πολύ μέχρι που φθάνουμε και σε ακραίες καταστάσεις, όπως είναι η κατάθλιψη και η αυτοκτονία. Γι' αυτό όταν δίνουμε κάτι σε κάποιον άνθρωπο, καλό θα είναι να μην περιμένουμε ανταπόδωση, γιατί θα απογοητευθούμε. Έτσι θα είμαστε αληθινά ελεύθεροι! Επίσης, πρέπει να μάθουμε να ακούμε τον άλλον άνθρωπο και όχι μόνο τον εαυτό μας. Στις μέρες μας δυστυχώς δεν μάθαμε να ακούμε, μάθαμε να μιλάμε περισσότερο, παρά να ακούμε. Τα μαθήματα που έχουμε και στο σχολείο και που κάνουμε και στο Πανεπιστήμιο αφορούν την γλώσσα και πως θα μάθουμε να μιλάμε ωραία και να χειριζόμαστε σωστά την γλώσσα. Ακόμη και οι αρχαίοι ημων πρόγονοι ενδιαφέρονταν για την γλώσσα και είχαν ως κύριο μέλημά τους την διδασκαλία της ρητορικής, καθώς και το πως θα μπορέσουν να πείσουν τους γύρω τους με τα λεγόμενά τους. Κανείς δεν μας έμαθε και δεν μας δίδαξε πως να ακούμε τον άλλον άνθρωπο. Για να μπορέσουμε όμως να επικοινωνήσουμε με τους γύρω μας θα πρέπει να μάθουμε και να ακούμε...

(Απρίλιος 2011)

Lia@

31 Αυγούστου 2013

Να σου πω μια ιστορία...

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού: «Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: «Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..» και ύστερα από μια παύση συνέχισε: «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω».

«Ε, μετά χαράς, δάσκαλε» είπε διστακτικά ο νεαρός, νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία» συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: «Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς».

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό. Όταν το παιδί έλεγε «ένα χρυσό φλουρί» άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.

Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά -και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα-, παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω. Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλυτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι, θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

Μπήκε μέσα στην κάμαρη. «Δάσκαλε είπε, λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού».

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε» απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει. Όμως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι».

Ο νεαρός καβάλησε το άλογο κι έφυγε πάλι. Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί: «Πες στο δάσκαλο, αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του». «Πενήντα οχτώ χρυσά;» φώναξε το παιδί. «Ναι» απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια, με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον». Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

«Κάθισε» του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. «Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σ’ εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;» Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο του αριστερού του χεριού.
 
Jorge Bucay

"Είσαι φτιαγμένος από ταλέντα, σοφία και αγάπη. Είσαι όλα όσα αναζητάς, τα έχεις όλα μέσα σου. Ποτέ δεν μας χαρακτηρίζει αυτό που μας κάνουν οι άλλοι, μας χαρακτηρίζει αυτό που επιστρέφουμε εμείς στους άλλους. Αν έχω την πεποίθηση ότι δεν αξίζω, τότε το υποσυνείδητό μου θα κάνει τα πάντα για να επιβεβαιώσει αυτή μου την πεποίθηση.

Είναι αναγκαίο να αλλάξουμε τις περιοριστικές μας πεποιθήσεις, γιατί μας κοστίζουν πολύ πόνο. Οι πεποιθήσεις μας γίνονται συναισθήματα, τα συναισθήματα γίνονται συμπεριφορές, οι συμπεριφορές φέρνουν αποτελέσματα.

Για να αλλάξουμε τα αποτελέσματα που παίρνουμε από τις πράξεις μας, χρειάζεται να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις που έχουμε. Αντί να ζητάμε την αποδοχή από τους γύρω μας, χρειάζεται να δώσουμε εμείς οι ίδιοι την αποδοχή στον εαυτό μας, όχι όταν θα αποκτήσουμε χρήματα, όχι όταν θα πετύχουμε εκείνο ή το άλλο, αλλά τώρα έτσι όπως ακριβώς είμαστε αυτή τη στιγμή, να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και αν το κάνουμε αυτό, τότε και οι άλλοι γύρω μας θα αρχίσουν να μας δείχνουν την αποδοχή τους. Δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά."


15 Ιουλίου 2013

Μια κούνια στο χιόνι...

Δώδεκα χρονώ ήταν ο Θύμιος. Σγουρόμαλλο, ξανθό, γαλανομάτικο αγόρι. Όμορφη ζωγραφιά θα ήταν αν δεν του 'λειπε αυτό που του 'λειπε και τόκανε τραχύ, ανήσυχο, νευρικό, κακό. Στο τελευταίο θρανίο του νυχτερινού σχολείου καθόταν πάντα ο Θύμιος και γράμματα δε μάθαινε. Τώρα πείραζε τον ένα, ύστερα κορόιδευε τον άλλο, κατόπι έκανε πως κοιμόταν και ροχάλιζε, κι άλλοτε πάλι τον έπαιρνε στ’ αλήθεια ο ύπνος. Έβαζε τότε το μουτζουρωμένο χέρι του με το λερωμένο μανίκι επάνω στο θρανίο και βασίλευαν τα γαλανά μάτια του και κρύβονταν πίσω απ’ τα βλέφαρα και τον έπαιρνε… Έτσι δεν έβλεπε γύρω του τους συμμαθητές τον καθηγητή… Δεν ήθελε να τους βλέπει… Μόνο για να περνά την ώρα του και για να τρώει το απογευματινό, που έδινε το σχολείο, ερχόταν.
Απόψε είχε μία καινούργια «απασχόληση». Όταν έφυγε απ’ το χυτήριο, που δούλευε, άρχισε να μαζεύει αποτσίγαρα απ’ το δρόμο. Η ξηλωμένη τσέπη του σακακιού του έπαιρνε μπόλικα. Κάθισε, λοιπόν, στο θρανίο του κι έβαζε φωτιά στις «γόπες», όπως τις έλεγε, κι έβλεπε τον καπνό που ανέβαινε ψηλά στο λίγο φως της αίθουσας και χασκογελούσε. Μονάχος στην αρχή. Και ο πλαϊνός του ύστερα. Και οι πιο εκεί κατόπι. Όλη η τάξη κρυφογελούσε σε λίγο.
Σταμάτησε το μάθημα ο καθηγητής, άφησε την έδρα του και γεμάτος νεύρα, έφτασε πάνω απ’ το Θύμιο. Τον άρπαξε απ’ τα’ αυτί. Το στριφογύρισε νευρικά. Του άστραψε δυό μπάτσους, που ακούστηκαν σ’ όλη την αίθουσα.
-Παλιόπαιδο! Αλήτη! Θα σε κανονίσω εγώ. Σήκω. Βγες.
Και κρατώντας το Θύμιο απ’ τ’ αυτί και μπατσίζοντας τον συνεχώς τον κατέβασε απ’ τις μαρμάρινες σκάλες για το γραφείο του Διευθυντή. Έφτασε. Άνοιξε.
-Αυτό το ζώο, κύριε Διευθυντά, πρέπει να φύγει απ’ το σχολείο, είπε αναμμένος κι έδωσε ένα μπάτσο ακόμα στο Θύμιο, χωρίς να σκεφθεί πως ήταν μπροστά στο Διευθυντή.
Ζάρωσε κι άλλο ο Θύμιος, μάζεψε το λαιμό του όσο μπορούσε περισσότερο μες το σακάκι του και προσπαθούσε να προστατέψει με τις βρώμικες παλάμες του το κεφάλι του, τα μάγουλά του.
-Παλιόπαιδο! κύριε Διευθυντά. Μ’ έχει σκάσει, κι έριξε μία ματιά γεμάτη φοβέρα στο Θύμιο ο καθηγητής.
Τι θα γινόταν τώρα; Η καταιγίδα, που ξέσπασε πάνω στο Θύμιο, θα γίνονταν σίφουνας, κυκλώνας, που θα τον άρπαζε με βία, θα τον σήκωνε ψηλά και ύστερα θα τον πετούσε με ορμή καταγής. Κι έτσι θα τελείωναν όλα… Το φοβόταν και το ευχόταν μαζί! Ο Θύμιος ένα τέτοιο πράγμα την ώρα αυτή πλάι στον οργισμένο καθηγητή, απέναντι στο Διευθυντή. Τι την ήθελε μία τέτοια ζωή;
Μα τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμενε.
-Αφήστε τον σε μένα, κύριε καθηγητά. Θα τον τακτοποιήσω εγώ, είπε ο Διευθυντής αόργητα, ήσυχα.   
Βγήκε ο καθηγητής με μία διαμαρτυρία στα χείλη. Πολύ ήσυχος του φάνηκε ο Διευθυντής. Δεν τον κατάλαβε. Δεν θα τιμωρήσει τον ταραξία αυτό. Θα χει τα ίδια πάλι στην αίθουσα. Γιατί, κύριε Διευθυντά; Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Ο Θύμιος κοίταζε δειλά-δειλά το Διευθυντή στο πρόσωπο. Κι εκείνος πάλι κοίταζε ήσυχα, γλυκά, πατρικά τ’ αγόρι.
-Θύμιο, αγόρι μου, μίλησε ο Διευθυντής. Κάθισε στην καρέκλα παιδί μου. Μην στέκεσαι όρθιος.
Κάθισε δειλά, άκρη-άκρη, στη καρέκλα ο Θύμιος. Η ντροπή και τα λερωμένα ρούχα του έτσι του έλεγαν.
-Γιατί, παιδί μου, κάνεις αταξίες;
-Εμένα δε με αγαπά κανένας! Ξέσπασε ο Θύμιος. Κανένας! Κι αυτοί που με γέννησαν ακόμα…
Κι έβαλε τα κλάματα. Δύο ζεστά, καθαρά ρυάκια σχηματίστηκαν στο μουτζουρωμένο πρόσωπο του παιδιού.  Δύο ρυάκια που πήγαζαν απ’ τα γαλανά νερά των ματιών του κι έτρεχαν κατά το στόμα του, κομίζοντας την πικρή γεύση της μουτζούρας που ξέπλεναν.
Σηκώθηκε ο Διευθυντής. Πήγε κοντά στο παιδί. Χάιδεψε το σγουρόμαλλο κεφάλι του. Το κοίταξε μες στα κλαμμένα μάτια όσο μπορούσε πιο πατρικά, πιο γλυκά.
-Εγώ όμως σ’ αγαπώ, Θύμιο, είπε γλυκά.
Ένα τηλεφώνημα διέκοψε τη σκηνή.
-Μάλιστα, ευχαρίστως, τον περιμένω.
Και δεν πρόφτασε να κλείσει το τηλέφωνο και ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και πριν καλοπροφτάσει να πει εμπρός άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένας καλοντυμένος κύριος, σοβαρός, με τον αέρα του ανώτερου.
-Τα σέβη μου, κύριε Επιθεωρητά. Παρακαλώ καθίστε, είπε και έδειξε την πολυθρόνα του γραφείου του στον Επιθεωρητή ο Διευθυντής. Ο Θύμιος έκοψε το κλάμα. Γλίστρησε  έξω. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Κατέβηκε τα σκαλιά μηχανικά και βρέθηκε στην εξώπορτα. Έβρεχε έξω. Θυμήθηκε πάλι τον πόνο του κι έπιασε να κλαίει… Εμένα δε μ’ αγαπάει κανένας…, έλεγε μέσα του. Κι αυτοί ακόμη που με γέννησαν μ’ άφησαν και τράβηξε ο καθένας το δρόμο του.
Το στομάχι του τον τραβούσε από μέσα. Πεινούσε. Πώς να ανέβει όμως στην τάξη; Πώς να αντικρύσει τον αγριεμένο καθηγητή, για να πάρει απ’ τα χέρια του το απογευματινό που θα δινε αυτή την ώρα στο διάλειμμα; Ούτε ένα ξεροκόμματο δεν είχε στο «σπίτι» του. Η πατρική μορφή του Διευθυντή ξαναγύρισε στη σκέψη του. Γύρισε πίσω ο Θύμιος. Ανέβηκε τις σκάλες. Χτύπησε δειλά την πόρτα. Μπήκε.
-Σας παρακαλώ πολύ μου δίνεται λίγες δραχμές να παω με το αυτοκινητο στο σπίτι γιατι βρέχει;
Λίγες δραχμές;;… Πολλές θα σου δώσω, Θύμιο μου, να πας σήμερα και αύριο με το αυτοκίνητο και να φας κι ένα γλυκό, την Κυριακή, σ’ ένα ζαχαροπλαστείο,
Κι έβγαλε κι έδωσε χρήματα στο Θύμιο.
Ένα κατοστάρικο έβλεπε στην παλάμη του το παιδί. Ένα κατοστάρικο! Πόσο γυαλιστερό ήταν! Σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε. Είπε ευχαριστώ και βγήκε. Κατέβηκε τα σκαλιά και στάθηκε πάλι στην εξώπορτα. Έξω έβρεχε ασταμάτητα. Έκανε να βγει να περπατήσει σύρριζα στον τοίχο να φτάσει στο φούρνο, να ζητήσει μία ξεροψημένη φρατζόλα του μισού κιλού, μα κάτι τον κράτησε. Γύρισε πίσω. Ανέβηκε τα σκαλιά. Ξαναχτύπησε δειλά την πόρτα. Άνοιξε. Μπήκε.
-Μ’ αγαπάτε, κύριε Διευθυντά; Ρώτησε μ’ όλη του την καρδιά. Μ’ αγαπάτε; Και τον κοίταξε με τα γαλάζια του μάτια, που ήταν καθαρά τώρα, όμορφα, φωτισμένα.
-Ναι, παιδί μου. Σ’ αγαπώ, είπε ο διευθυντής το ίδιο πατρικά.
-Καληνύχτα σας! Είπε χαρούμενα.

Βγήκε έξω…

Κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Περπάτησε σύρριζα στον τοίχο, για να μη βραχεί. Μπήκε στο φούρνο.
-Μια φρατζόλα του μισού κιλού ξεροψημένη παρακαλώ. Αυτήν, είπε. Ορίστε και τα χρήματα.
Πήρε τη φρατζόλα. Την έσφιξε λίγο με τα δάχτυλά του κι άκουσε το κριτσίνισμά της. Πήρε και τα ρέστα ύστερα και βγήκε. Μπροστά του φρενάρισε αυτή την ώρα το λεωφορείο. Ανέβηκε. Πλήρωσε το εισιτήριο του και κάθισε. Άρχισε να κρυφοτσιμπάει τη φρατζόλα. Ήταν ντροπή να τον βλέπουν να τρώει μες το αυτοκίνητο. Ήξερε το καλό ο Θύμιος. Έτσι από μέσα του έβγαινε μόνο του, όταν ένιωθε πως τον αγαπούσαν. Και γινόταν καλότροπο παιδί τότε, ευγενικό, χαριτωμένο, κι εύρισκε την ομορφιά του το καλοφτιαγμένο πρόσωπό του και γλύκαιναν τα μάτια του κι έσταζε μέλι η γλώσσα του.
Το λεωφορείο έκανε στάση κοντά στο σπίτι του. Κατέβηκε χαρούμενος ο Θύμιος. Δρασκέλισε μία αυλή. Έβγαλε ένα μεγάλο κλειδί απ’ την τσέπη του παντελονιού του, το έβαλε σε μία παλιά κλειδαριά ξεκλείδωσε και άνοιξε την ξύλινη πόρτα. Μπήκε σιγά, ερευνητικά στο σκοτάδι του δωματίου, βρήκε τη λάμπα και τα σπίρτα. Έβγαλε το λαμπογυάλι, άναψε ένα σπίρτο, άναψε το φυτίλι, το χαμήλωσε λιγάκι, έβαλε το γυαλί κι ένα λιγοστό, ήσυχο και ταπεινό φως φώτισε το δωμάτιο. Ένα ντιβάνι είχε το μικρό δωμάτιο, ένα μικρό τραπέζι με μία εφημερίδα για τραπεζομάντηλο, μία παλιά καρέκλα, μία κρεμάστρα για τα ρούχα κι ένα ρολόι ξυπνητήρι, από κείνα τα παλιά μεγάλα ρολόγια που ακούγονται ρυθμικά στην ησυχία του δωματίου και ξυπνούν κι αυτούς που φτάνουν στο θάνατο, θαρρείς, στον ύπνο τους.
Κάθισε τ’ αγόρι και στεγνοβούκιζε τη φρατζόλα του. Μελαγχόλησε πάλι… Έπεσαν τα φτερά του. Ξαναγέμισαν τα μάτια του. Κύλησαν τα δάκρυά στα μάγουλά του. Ως το στόμα έφτασαν πάλι. Ψωμί και δάκρυ έτρωγε ο Θύμιος… Σήκωσε ψηλά το βλέμμα του, το πέρασε απ’ το μικρό τζάμι του παραθύρου του, το περπάτησε πάνω απ’ τις χαμηλές στέγες των άλλων δωματίων και το κάρφωσε στην απέναντι πολυκατοικία, στο πιο φωτεινό διαμέρισμα της. Ένας άνδρας φαινόταν μέσα απ’ τη λεπτή κουρτίνα του, καθισμένος στο τραπέζι. Ήταν ο πατέρας του! Κι απέναντι του ήταν μία γυναίκα. Η μητρυιά του! Αυτή που τον πέταξε ένα πρωινό έξω!
-Δεν είσαι δικό μου παιδί. Δε σε θέλω. Έξω!
-Να δω το μπαμπά. Να του μιλήσω, παρακάλεσε τότε ο Θύμιος.
-Του μίλησα εγώ… Τα είπαμε. Συμφωνήσαμε. Δεν σε θέλουμε. Φύγε!
-Μα που να πάω;
-Στη μάνα σου!...
Κι έφυγε ο Θύμιος με μια μικρή βαλιτσούλα και τράβηξε να βρει τη γυναίκα που τον γέννησε. Πήγε στο σπίτι της. Ανέβηκε στο τρίτο πάτωμα. Χτύπησε το κουδούνι. Βγήκε έξω μία κοπελίτσα.    
-Τι θέλεις;
-Την μητέρα μου.
-Ποια είναι η μητέρα σου;
-Η κυρία Ευτέρπη.
-Λάθος κάνεις. Η κυρία μου τώρα παντρεύτηκε. Δεν έχει παιδιά ακόμη.
-Θέλω τη μητέρα μου, σου λέω. Φώναξέ την σε παρακαλώ.
Άκουσε η κ. Ευτέρπη τη συζήτηση. Ανησύχησε. Πετάχτηκε έξω.
-Λάθος κάνεις, αγόρι μου. Η μητέρα σου δεν… δεν μένει εδώ…
-Μητέρα!
-Σουτ! Δεν μένει εδώ σου είπα! Κι έκλεισε την πόρτα με ορμή.
-Λάθος κάνει το φτωχό, Μαρία. Αλλού ήταν να πάει…, μίλησε στην υπηρέτρια προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της.
Κατέβηκε τις σκάλες κλαίγοντας ο Θύμιος. Κανείς δε μ’ αγαπά… Κανείς δεν με θέλει…



Απόσπασμα από το βιβλίο, 
"Μία κούνια στο χιόνι"